λυκοθαρσής


λυκοθαρσής
λυκοθαρσής και, κατά τον Ησύχ., λυκοθρασής, -ές (Α)
τολμηρός σαν λύκος, αυτός που έχει το θάρρος λύκου.
[ΕΤΥΜΟΛ. < λύκος + -θαρσής (< θάρσος), πρβλ. δορυ-θαρσής, κυνο-θαρσής].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • λυκοθαρσῆ — λυκοθαρσής not fearing wolves neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) λυκοθαρσής not fearing wolves masc/fem/neut nom/voc/acc dual (doric aeolic) λυκοθαρσής not fearing wolves masc/fem acc sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θάρσος — θάρσος, το (AM) θάρρος*. [ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. θάρσος (αττ. θάρρος) με τα παράγωγα της καθώς και τους τ. που εμφανίζουν το ίδιο θέμα συνιστούν μια οικογένεια λέξεων, τών οποίων αντίστοιχα απαντούν και σε άλλες ΙΕ γλώσσες. Στην Ελληνική άλλοι τ. έχουν θ.… …   Dictionary of Greek

  • λύκος — I (Βοτ.). Κοινή ονομασία του φυτικού γένους Orobanche της οικογένειας των οροβαγχιδών. Τα φυτά αυτά, που είναι γνωστά και με την κοινή ονομασία λυκόχορτα, είναι δικοτυλήδονα φυτά που αναπτύσσονται ως παράσιτα. Έχουν παχύ, σαρκώδη βλαστό, χωρίς… …   Dictionary of Greek


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.